Το burnout δεν είναι απλή κούραση: μια συστημική προσέγγιση στη συναισθηματική εξάντληση
Στη σύγχρονη καθημερινότητα, η εξάντληση μοιάζει σχεδόν αναμενόμενη. Οι αυξημένες επαγγελματικές απαιτήσεις, η συνεχής διαθεσιμότητα και οι πολλαπλοί ρόλοι που καλείται να διαχειριστεί ένα άτομο δημιουργούν συχνά μια κατάσταση παρατεταμένης ψυχικής και σωματικής πίεσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο όρος burnout χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο, συχνά όμως με τρόπο γενικευμένο ή λανθασμένο. Το burnout δεν αποτελεί απλώς «κούραση», αλλά μια σύνθετη κατάσταση χρόνιας συναισθηματικής εξάντλησης που επηρεάζει ουσιαστικά τη λειτουργικότητα, τις σχέσεις και την ψυχική υγεία του ατόμου.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το burnout περιγράφεται ως αποτέλεσμα χρόνιου εργασιακού στρες που δεν έχει αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά. Τα βασικά χαρακτηριστικά του περιλαμβάνουν το αίσθημα εξάντλησης, τη συναισθηματική αποστασιοποίηση ή κυνισμό απέναντι στην εργασία και τη μειωμένη αίσθηση αποτελεσματικότητας και προσωπικής επίτευξης.
Ωστόσο, το burnout δεν αφορά αποκλειστικά το επαγγελματικό περιβάλλον. Μέσα από μια συστημική οπτική, γίνεται σαφές ότι η συναισθηματική εξάντληση αναπτύσσεται μέσα σε ένα ευρύτερο δίκτυο σχέσεων, απαιτήσεων και ρόλων. Το άτομο επηρεάζεται διαρκώς από το οικογενειακό, κοινωνικό και εργασιακό του σύστημα, ενώ πολλές φορές οι προσδοκίες που δέχεται, αλλά και εκείνες που έχει εσωτερικεύσει, το οδηγούν σε μια συνεχή προσπάθεια υπερλειτουργίας.
Στη θεραπευτική διαδικασία παρατηρείται συχνά ότι οι άνθρωποι που βιώνουν burnout δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ή να εκφράσουν τις προσωπικές τους ανάγκες. Η αξία τους συνδέεται έντονα με την παραγωγικότητα, τη φροντίδα των άλλων ή την ανάγκη να ανταποκρίνονται συνεχώς σε απαιτήσεις. Η ξεκούραση βιώνεται συχνά ως ενοχή και η παύση ως αδυναμία. Έτσι, το άτομο παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κατάσταση υπερδιέγερσης, μέχρι το σώμα και ο ψυχισμός να μην μπορούν πλέον να ανταποκριθούν.
Η χρόνια έκθεση στο στρες επηρεάζει σημαντικά και το νευροβιολογικό επίπεδο. Έρευνες έχουν δείξει ότι η παρατεταμένη ενεργοποίηση του οργανισμού σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης, δυσκολίες συγκέντρωσης, συναισθηματική απορρύθμιση, διαταραχές ύπνου και σωματική κόπωση που δεν υποχωρεί ακόμη και μετά από ξεκούραση. Παράλληλα, αρκετοί άνθρωποι αναφέρουν αίσθημα αποσύνδεσης, μειωμένο ενδιαφέρον για δραστηριότητες που παλαιότερα τους ευχαριστούσαν, ευερεθιστότητα και ψυχική απομάκρυνση από τις διαπροσωπικές τους σχέσεις.
Σε κοινωνικό επίπεδο, η κουλτούρα της συνεχούς απόδοσης φαίνεται να ενισχύει σημαντικά το φαινόμενο. Η ανάγκη για διαρκή παραγωγικότητα, η πίεση της επιτυχίας και η εξιδανίκευση της υπερπροσπάθειας δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η εξάντληση συχνά κανονικοποιείται. Ιδιαίτερα στην εποχή της ψηφιακής συνδεσιμότητας, όπου τα όρια ανάμεσα στον προσωπικό και επαγγελματικό χρόνο γίνονται ολοένα πιο ασαφή, η αποφόρτιση και η ψυχική αποκατάσταση δυσκολεύουν σημαντικά.
Από συστημική σκοπιά, το burnout δεν αποτελεί ατομική αποτυχία ούτε ένδειξη αδυναμίας. Αντίθετα, μπορεί να ιδωθεί ως ένα «σήμα» ότι το άτομο βρίσκεται για μεγάλο χρονικό διάστημα μέσα σε ένα πλαίσιο που υπερβαίνει τις ψυχικές και συναισθηματικές του αντοχές. Η κατανόηση του φαινομένου απαιτεί να εξετάσουμε όχι μόνο τα ατομικά χαρακτηριστικά, αλλά και τα σχεσιακά μοτίβα, τις οικογενειακές δυναμικές και τα κοινωνικά μηνύματα που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο σχετίζεται με την ευθύνη, την απόδοση και την αυτοαξία.
Η αντιμετώπιση του burnout δεν περιορίζεται στην καλύτερη οργάνωση της καθημερινότητας ή στη διαχείριση χρόνου. Προϋποθέτει ουσιαστική επανασύνδεση με τις προσωπικές ανάγκες, επαναπροσδιορισμό ορίων και δημιουργία πιο υποστηρικτικών τρόπων σχετίζεσθαι με τον εαυτό και τους άλλους. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να προσφέρει έναν ασφαλή χώρο κατανόησης των μοτίβων που οδηγούν στην εξάντληση, ενισχύοντας παράλληλα τη δυνατότητα του ατόμου να αναγνωρίζει τις ανάγκες του και να φροντίζει ουσιαστικά τον εαυτό του.
Τελικά, το burnout μάς υπενθυμίζει ότι η ψυχική υγεία δεν αφορά μόνο την ατομική ανθεκτικότητα, αλλά και την ποιότητα των συστημάτων και των σχέσεων μέσα στις οποίες ζούμε καθημερινά.
Βιβλιογραφία
Maslach, C., & Leiter, M. P. (2016). Understanding the burnout experience: Recent research and its implications for psychiatry. World Psychiatry, 15(2), 103–111. https://doi.org/10.1002/wps.20311
Maslach, C., Schaufeli, W. B., & Leiter, M. P. (2001). Job burnout. Annual Review of Psychology, 52, 397–422. https://doi.org/10.1146/annurev.psych.52.1.397
McEwen, B. S. (2004). Protection and damage from acute and chronic stress: Allostasis and allostatic overload and relevance to the pathophysiology of psychiatric disorders. Annals of the New York Academy of Sciences, 1032(1), 1–7. https://doi.org/10.1196/annals.1314.001
Salvagioni, D. A. J., Melanda, F. N., Mesas, A. E., González, A. D., Gabani, F. L., & Andrade, S. M. (2017). Physical, psychological and occupational consequences of job burnout: A systematic review of prospective studies. PLoS ONE, 12(10), e0185781. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0185781
Schaufeli, W. B., Leiter, M. P., & Maslach, C. (2009). Burnout: 35 years of research and practice. Career Development International, 14(3), 204–220. https://doi.org/10.1108/13620430910966406
World Health Organization. (2019). Burn-out an “occupational phenomenon”: International Classification of Diseases. https://www.who.int/
Ismaili Paola
Ψυχολόγος – Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια




